ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣΟ γιος της καλογριάςΤο βουνό χρυσή σκάλα, κλέφτες και κουρσάροι,
την κατεβαίνανε, και σ' όλους μέσα ποιος;
Ένας ξεχώριζε, του γένους το καμάρι,
της καλογριάς ο Γιός.
Κωστής ΠαλαμάςΟ Γεώργιος Καραϊσκάκης, ήτανε ολάκερη η γενιά των Ελλήνων. Τούτος ο αδύνατος μούλος, ήταν -είναι ακόμη και τώρα- η ψυχή του ασύνορου, του ανυπόταχτου, του λεύτερου Έλληνα. Τούτος, ο δίχως καταγωγή, το μαυράδι στην όψη και τα πνευμόνια, είχε την τρανότερη ψυχή της ελληνικής ιστορίας. Ξεπήδησε από τα Τάρταρα, πολεμώντας, βρίζοντας, νικώντας, καταφρονώντας. Δεν γονάτισε ποτέ του και γι' αυτό ενώ έφτασε κατάκορφα, αδούλωτος και νικητής, κατατρέχτηκε, στιγματίστηκε, κατηγορήθηκε όσο δεν πήγαινε. Φαμίλια δυνατή πίσω του, γραμματικούς λόγιους, δεν είχε για να φανερώσουν την αξιοσύνη του. Οι οχτροί του, φανεροί και αφανέρωτοι, ψεύτες και δολεροί, φτιάξανε το πορτρέτο του. Ο Καραϊσκάκης υπήρξε η τρανότερη και πιο αδούλωτη καρδιά, ολάκερης της ελληνικής ιστορίας. Ολάκερης.
Χτύποι καμπαναριού φτάνουν, ποδοβολητά, γιουρούσια, αχός αρμάτων. Καλώς ήρθες, στρατηγέ. Όλα τα φλάμπουρα, αντάμα σου δεν είναι; Οι τρουμπέτες σου; Και το ματωμένο μπαϊράκι σου; Να το, σιμά σου. Στητό, πιστό, νικηφόρο. Χιλιάδες χέρια το κρατούν. Φωνές, αντίλαλοι, τραγούδια. Το υψώνουν οι νέοι, το υψώνουν οι γερόντοι, το υψώνει η ιστορία. Κι όλοι μαζί, Ελλάδα, κληρονομιά, λευτεριά, ιστορία, αντάμα τραβάμε για το βουνό της πεθυμιάς σου, να λειτουργηθούμε, να στρώσουμε χάμω λαμπρινό τραπέζι, να πιούμε, να φάμε, να βάλουμε την απαλάμη μας στη ματωμένη σημαία σου...
Ποιος στ' αλήθεια είμαι εγώ και πού πάω,
με χίλιες δυο εικόνες στο μυαλό,
οι προβολείς με στραβώνουν και πάω,
και γονατίζω και το αίμα σου φιλώ.
Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη
Διονύσης Σαββόπουλος